5 Ποιες είναι οι συνέπειες ενός διαζυγίου/χωρισμού;

5.1. Με ποιον τρόπο διαχωρίζεται η περιουσία (εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητα);

Στο φινλανδικό σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, η ημερομηνία κίνησης της διαδικασίας διαζυγίου καθορίζει το ποια περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται στη διανομή της γαμικής περιουσίας (της περιουσίας που καταλαμβάνεται από το γαμικό δικαίωμα). Ως εκ τούτου, το γαμικό δικαίωμα του συζύγου δεν καταλαμβάνει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία που ο άλλος σύζυγος αποκτά, κληρονομεί ή λαμβάνει ως δωρεά μετά την ημερομηνία αυτή. Για τη διανομή, ουσιώδης είναι η αξία της περιουσίας κατά την ημερομηνία της διανομής. Αμφότεροι οι σύζυγοι δικαιούνται να λάβουν το μισό της καθαρής γαμικής περιουσίας των συζύγων (άρθρο 35 του νόμου περί γάμου). Συνεπώς, η γαμική περιουσία αθροίζεται και διαιρείται διά του δύο προκειμένου να προσδιοριστεί το δικαίωμα επ' αυτής του κάθε συζύγου. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αφαιρεθούν οι προσωπικές υποχρεώσεις εκάστου συζύγου που δημιουργήθηκαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας διαζυγίου, καθώς και το μερίδιό του επί των κοινών υποχρεώσεων (άρθρο 99 του νόμου περί γάμου). Σε περίπτωση που ένας σύζυγος έχει υπερβάλλον χρέος, το αναλογούν σε αυτόν μερίδιο επί της περιουσίας λογίζεται ως μηδενικό. Σε περίπτωση που η περιουσία του ενός συζύγου που καλύπτεται από το γαμικό δικαίωμα υπερβαίνει αυτήν του άλλου συζύγου, η διαφορά εξισώνεται. Το τελικό αποτέλεσμα της διανομής μπορεί να αναπροσαρμοστεί (να καταστεί εύλογο), εάν θα οδηγούσε σε μη εύλογη βλάβη του ενός συζύγου, ενώ ο άλλος σύζυγος θα αποκόμιζε αδικαιολόγητο όφελος από τη διανομή (άρθρο 103β του νόμου περί γάμου).

Σε περίπτωση που οι σύζυγοι έχουν συνάψει γαμήλια σύμβαση που αποκλείει αμοιβαία το γαμικό δικαίωμα, μετά τη λύση του γάμου πραγματοποιείται μόνο διαχωρισμός της περιουσίας. Στο πλαίσιο του εν λόγω διαχωρισμού της περιουσίας, έκαστος σύζυγος λαμβάνει μόνο τα ιδία αυτού περιουσιακά στοιχεία. Το τελικό αποτέλεσμα του διαχωρισμού της περιουσίας μπορεί να αναπροσαρμοστεί με απόφαση που θα ορίζει ότι ορισμένο τμήμα της περιουσίας ενός συζύγου ή και το σύνολο της περιουσίας του θα καταλαμβάνεται από το γαμικό δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτή, ο άλλος σύζυγος θα λάβει το μισό των περιουσιακών στοιχείων που καταλαμβάνονται από το γαμικό δικαίωμα. Αναπροσαρμογή του διαχωρισμού είναι δυνατή, για παράδειγμα, στην περίπτωση που, ελλείψει της αναπροσαρμογής, ο ένας από τους συζύγους θα λάμβανε σημαντικής έκτασης περιουσία, ενώ ο άλλος θα απέμενε χωρίς στέγη (άρθρο 103β του νόμου περί γάμου).

Εάν η διανομή της περιουσίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί διαφορετικά ή εάν η κοινή περιουσία δεν μπορεί να διανεμηθεί, το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει άδεια για την πώληση της περιουσίας και τη διανομή του προϊόντος της πώλησης.

5.2. Ποιος είναι υπεύθυνος για τα υπάρχοντα χρέη μετά το διαζύγιο/χωρισμό;

Αμφότεροι οι σύζυγοι παραμένουν υπεύθυνοι για τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από κοινού και για τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο ένας εξ αυτών για τη συντήρηση της οικογένειας κατά τη διάρκεια του γάμου. Η διάσπαση της σχέσης πριν από την κίνηση της διαδικασίας διαζυγίου μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό της ευθύνης του συζύγου για υποχρεώσεις για τη συντήρηση της οικογένειας που ανέλαβε ο άλλος σύζυγος μετά τον χωρισμό, εάν ο πιστωτής τελούσε σε κακή πίστη .

5.3. Πρέπει ο ένας σύζυγος να εγείρει αξίωση για αντισταθμιστική πληρωμή;

Σε περίπτωση που ο ένας σύζυγος έλαβε λιγότερα από ό,τι θα δικαιούταν στο πλαίσιο της διανομής, ο άλλος σύζυγος δύναται να καλύψει τη διαφορά με χρηματική πληρωμή. Η αποζημίωση μπορεί επίσης να καταβληθεί με την σε είδος καταβολή στο άλλο μέρος περιουσιακών στοιχείων.