1 Ποιο δίκαιο εφαρμόζεται;

1.1. Ποιο είναι το δίκαιο που εφαρμόζεται αναφορικά με τις περιουσιακές σχέσεις ενός ζευγαριού; Ποια είναι τα κριτήρια/κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου; Ποιες διεθνείς συνθήκες πρέπει να τηρούνται σε ορισμένες χώρες;

Γάμοι οι οποίοι συνάφθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1992 υπόκεινται στο κοινό δίκαιο ενώ αυτοί που συνάφθηκαν μετά από την ημερομηνία αυτή και μέχρι την 28η Ιανουαρίου 2019 εμπίπτουν στη Σύμβαση της Χάγης της 14ης Μαρτίου 1978 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.

Το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις συζύγων που νυμφεύθηκαν πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1992 καθορίζεται καταρχήν από τον τόπο της πρώτης συζυγικής κατοικίας τους. Το δίκαιο που καθορίζεται κατά τον τρόπο αυτόν διέπει όλες τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου βρίσκονται τα εκάστοτε περιουσιακά στοιχεία των συζύγων. Το εν λόγω κριτήριο σύνδεσης είναι μόνιμο: το δίκαιο της πρώτης συζυγικής κατοικίας τυγχάνει εφαρμογής καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου, ακόμη και εάν οι σύζυγοι μετοικήσουν σε άλλο κράτος.

Για τους γάμους που τελέστηκαν μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1992, οι περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων διέπονται από τη Σύμβαση της Χάγης της 14ης Μαρτίου 1978, με την εξαίρεση του βασικού καθεστώτος, που εξακολουθεί να διέπεται από τις γαλλικές διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής βάσει κανόνων αναγκαστικού δικαίου (άρθρα 212-226 ΑΚ). Στην περίπτωση που οι σύζυγοι δεν προέβησαν σε σχετική επιλογή πριν από τον γάμο, το εφαρμοστέο δίκαιο είναι καταρχήν αυτό του τόπου της πρώτης συνήθους διαμονής τους. Αντίθετα προς το κοινό δίκαιο, η Σύμβαση της Χάγης προβλέπει τρεις περιπτώσεις κατά τις οποίες το εφαρμοστέο δίκαιο αλλάζει αυτόματα (άρθρο 7 παράγραφος 2): όταν οι σύζυγοι εγκαταστήσουν την κατοικία τους στο κράτος της κοινής ιθαγένειάς τους· όταν παραμείνουν για περισσότερα από 10 έτη σε ορισμένο κράτος μετά τον γάμο τους· για τους συζύγους που δεν εγκατέστησαν τη συνήθη διαμονή τους στην επικράτεια του ίδιου κράτους μετά τον γάμο τους (και των οποίων, συνεπώς, οι περιουσιακές σχέσεις διέπονταν από το δίκαιο του κράτους της κοινής ιθαγένειάς τους), όταν εγκαταστήσουν τη συνήθη διαμονή τους στο ίδιο κράτος. Η εν λόγω αυτόματη μεταβολή παράγει αποτελέσματα αποκλειστικά για το μέλλον (ωστόσο, το άρθρο 8 επιτρέπει στους συζύγους να υπαγάγουν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων τους στο νέο δίκαιο, υπό τον όρο ότι η επιλογή αυτή δεν επηρεάζει αρνητικά δικαιώματα τρίτων).

Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1103 στις 24 Ιουνίου 2016, ισχύουν νέοι κανόνες για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε όλους τους γάμους που θα συναφθούν από τις 29 Ιανουαρίου 2019 αλλά και στους γάμους που συνήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του όπου οι σύζυγοι έχουν ορίσει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές τους σχέσεις δίκαιο μετά τις 29 Ιανουαρίου 2019.

Ελλείψει συμφωνίας επιλογής δικαίου, το άρθρο 26 παραθέτει την ιεραρχία των συνδετικών παραγόντων για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, ως ακολούθως:

  • Η πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων μετά την τέλεση του γάμου.
  • Ελλείψει αυτού, η κοινή ιθαγένεια των συζύγων κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου. Το κριτήριο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση που οι σύζυγοι έχουν περισσότερες της μίας από κοινού ιθαγένειες.
  • Ελλείψει αυτού, το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύζυγοι έχουν από κοινού τον στενότερο δεσμό κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου.

Κατ' εξαίρεση, και εφόσον υποβληθεί αίτηση από οποιονδήποτε από τους συζύγους, η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι εφαρμοστέο είναι το δίκαιο διαφορετικού κράτους από αυτού της πρώτης από κοινού συνήθους διαμονής των συζύγων μετά την τέλεση του γάμου (άρθρο 26, παράγραφος 3 ).

1.2. Οι σύζυγοι έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο; Εάν ναι, ποιες αρχές διέπουν αυτή την επιλογή (π.χ. τα δίκαια προς επιλογή, οι τυπικές προϋποθέσεις, η αναδρομική ισχύς);

Οι σύζυγοι μπορούν να ορίζουν το δίκαιο που θα εφαρμόζεται στις περιουσιακές τους σχέσεις. Όσον αφορά τα γαμικά σύμφωνα που συνάφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της Σύμβασης της Χάγης της 14ης Μαρτίου 1978 (1η Σεπτεμβρίου 1992), οι σύζυγοι μπορούσαν να επιλέξουν οποιοδήποτε εφαρμοστέο δίκαιο. Από την έναρξη ισχύος της Συμβάσεως της Χάγης και μέχρι τις 28 Ιανουαρίου 2019, η επιλογή περιορίζεται σε ένα εκ των τριών δικαίων που εξειδικεύονται στο άρθρο 3: είτε του κράτους του οποίου οποιοσδήποτε εκ των συζύγων έχει την ιθαγένεια κατά τον χρόνο της συμφωνίας περί εφαρμοστέου δικαίου, είτε του κράτους της συνήθους διαμονής οποιουδήποτε εκ των συζύγων κατά τον χρόνο της συμφωνίας, είτε του κράτους στο οποίο απέκτησε συνήθη διαμονή μετά τον γάμο οποιοσδήποτε εκ των συζύγων. Η Σύμβαση της Χάγης επιτρέπει επίσης στους συζύγους να υπαγάγουν ορισμένα ή όλα τα ακίνητά τους στο δίκαιο του τόπου όπου βρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα (άρθρο 3 παράγραφος 2). Η Σύμβαση της Χάγης απαιτεί ο ορισμός του εφαρμοστέου δικαίου να είναι ρητός ή να συνάγεται σιωπηρά από τις διατάξεις του γαμικού συμφώνου (άρθρο 11).

Οι σύζυγοι δύνανται επίσης να μεταβάλουν το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις τους δίκαιο κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Στην περίπτωση αυτή, η Σύμβαση της Χάγης τυγχάνει εφαρμογής και για συζύγους των οποίων ο γάμος τελέστηκε πριν από τη θέση της Σύμβασης της Χάγης σε ισχύ, με την προϋπόθεση ότι η επιλογή έχει γίνει μετά την έναρξη ισχύος της Σύμβασης (άρθρο 21). Εν προκειμένω, η δυνατότητα επιλογής περιορίζεται μεταξύ των δύο δικαίων που ορίζονται στο άρθρο 6: το δίκαιο οποιουδήποτε κράτους του οποίου οποιοσδήποτε από τους συζύγους διαθέτει την ιθαγένεια κατά τον χρόνο της επιλογής ή το δίκαιο του κράτους στο οποίο οποιοσδήποτε από τους συζύγους διατηρεί τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο της επιλογής. Η Σύμβαση της Χάγης επιτρέπει στους συζύγους να υπαγάγουν ορισμένα ή όλα τα ακίνητά τους στο δίκαιο του τόπου όπου βρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα (άρθρο 6 παράγραφος 2). Το νέο δίκαιο εφαρμόζεται αναδρομικά από την ημερομηνία του γάμου, υπό την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων (οι σύζυγοι, ωστόσο, δύνανται να αποφασίσουν ότι η αλλαγή του εφαρμοστέου δικαίου και, κατά συνέπεια, ενδεχομένως και το καθεστώς που διέπει τις περιουσιακές τους σχέσεις, θα ισχύσουν μόνον για το μέλλον: σε αυτή την περίπτωση καλό θα ήταν να τους υποδεικνύεται να ρευστοποιήσουν τις προηγούμενες περιουσιακές σχέσεις τους. Ο νόμος 97-987 της 28ης Οκτωβρίου 1997 τροποποίησε τον Αστικό Κώδικα προς τον σκοπό της προσαρμογής του στις διατάξεις της Σύμβασης της Χάγης και της οργάνωσης της δημοσιότητας σχετικά με τις μεταβολές του συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων μεταξύ συζύγων που επέρχονται ως αποτέλεσμα της εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου.

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1103 παρέχει τη δυνατότητα επιλογής του δικαίου μίας εκ των χωρών της οποίας τουλάχιστον ένας εκ των συζύγων έχει την υπηκοότητα ή του δικαίου της χώρας στην οποία είχε τη συνήθη διαμονή του οποιοσδήποτε από τους συζύγους κατά τον χρόνο της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου στο γαμικό περιουσιακό τους καθεστώς (άρθρο 22). Η επιλογή αυτή μπορεί να είναι έγκυρη μόνον μετά από τις 29 Ιανουαρίου 2019, στο πλαίσιο συμβάσεως γάμου ή συμφωνίας σχετικά με την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου και σύμφωνα με τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 23.

Τέλος, η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων έχει αποτελέσματα μόνον για το μέλλον, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί άλλως μεταξύ των συζύγων, και δεν θίγει τα δικαιώματα τρίτων.

Choose another topic of

Ζευγάρια στην Γαλλία

More information

Conseil Supérieur du Notariat Français , 60, bd de la Tour-Maubourg , F - 75007 Paris , France

Tel.: +33 - 1 - 44 90 30 00

Fax: +33 - 1 - 44 90 30 30